Top Definition
a adjective used to describe someone who slaves over something. A slavey is much like someones bitch. Slavey and McTavish can be broken up, but the individual words mean the same thing as the full phrase
Frank: I feel like such a Slavey McTavish

George: Your my McTavish now!
από Slavey McTavish 2 Μάρτιος 2009
5 Words related to Slavey McTavish

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.