Top Definition
A person who is so tired, they want to fall asleep right away in bed as soft as a sheepy.
After staying up all night watching infomercials, I was a sleepy sheepy during class.
από lilrachel333 9 Οκτώβριος 2009
5 Words related to Sleepy Sheepy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.