Top Definition
Sloshing it - A word used to described someone in a sitting position, who gets so comfortable no muscles are being used.
"Man Rob's just drunk off his head"..
"Yea he's been Sloshing it all night"
από DummySpit 13 Οκτώβριος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×