Top Definition
Slow Cap (slo kap)
1.the act of a female placing the males penis within her
mouth and moving her head in a rhythmic movement until the
male ejaculates. (Language of Origin: Ebonics/Hood Hop)
Lando: damn i got some good slow cap from ur girl last night.
Rob: Aint dat bouta bitch *pulls out 9mm n caps lando*
από aintnogogurr 16 Ιανουάριος 2007
5 Words related to Slow Cap

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.