Top Definition
Loose change, coins. (Liverpool, UK)
This machine only takes coins. Got any slummy, mate?
από Brendan555 20 Ιανουάριος 2008
Adj |sluh-me|

A state of low, undignified quality; the result of slumlords occupying a single space, or slummin for too long.
"You're smoking that rain gutter water soaked cigarette? That's slummy as shit."

"The couch has been pretty slummy since Mike blacked out and peed on it."
από MalachiCon576 18 Δεκέμβριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×