Top Definition
Adjective. A combination of the words 'slut' and 'clumsy' Slutsy defines the individual who finds him or herself in slutty predicaments accidently. Often.
Susie has woken up in three different beds this week next to three randoms. Susie is rather slutsy.
από JagermeisterDos 1 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×