Top Definition
1. A whore who denies their sexual experiences & claims to be a virgin.
2. A dumb bitch who everyone dislikes.
I wish the "Sluttfaced Whore" emma would just go do what she does best and go suck a nut.
από pokemonkiddneekee 8 Μάρτιος 2009
6 Words related to Sluttfaced Whore

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.