Top Definition
To have fast, often rough (but not disgusting) sex, with someone who you don't like. Smashing a hole often occurs when one is horny, and just looking for what could plainly be called a "Fuck". See also Smash.
"Dude, I'm totally gonna smash a hole with Crissie tonight!"
"But you hate that bitch..."
από Aaron P. 22 Ιανουάριος 2006
5 Words related to Smash a Hole

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×