Top Definition
(Smoke-A-Pole-EO-sis) A disease caused from excessive pole smokin'. In rare cases a Smokeapolectomy (Blow Job) performed with great precision will temporarily relieve symptoms. Ski polin' may be needed in extreme cases.
Wow, that whore last night sure had a bad case of Smokeapoliosis!
από Minclair 23 Ιούνιος 2006
5 Words related to Smokeapoliosis

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×