Top Definition
When a person strays from a group smoking ganja and proceeds to smoke by themselves without any contact with the other members of the group.
"Like, why smokerbate? We have like two ounces of fire here, good conversation, and all the snacks you'll ever need."
από The Ganja Guy 10 Ιανουάριος 2010
9 Words related to Smokerbate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×