Top Definition
The term used to describe the rack of a female (ie. a twinkie tits) used to store snacks.
The girl thought to herself "Wow, i'm hungry.", then she reached into her snack rack and pulled out a cheese danish.
από Eyebrowz 21 Δεκέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×