Top Definition
Snard·er /snärd/ Noun

An individual who farts in the bathtub and bites the bubbles as they rise through the contaminated water.
MAN 1: Should we invite David B to party and pickup bitches tonight?

MAN 2: David B is a snarder. I tried texting him earlier and he was in the middle of biting a fart...
από itsthegomesbitch 11 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×