Top Definition
A word used normally in large crowds during brief silences. Often yelled loudly in a funny voice as to create an uproar of laughter. From the Greek word ''Snigglussnogglus''.
*brief silence*
Jamie: SNIGGLESNOGGLE!
*laughter*
από Gustafer 22 Οκτώβριος 2009
5 Words related to Snigglesnoggle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×