Top Definition
1.In a covert or slippery fashion.
2.To sneer in excess.
3.A random elation

1. The groupie snithed her way past gate security and into the concert.
2. I told that guy about what I do for a living and he snithely stared at me.

snithely, snithed, snithingly, snithe
από johmbre seeto 21 Φεβρουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.