Top Definition
dunking one's head under water whilst blowing bubbles in order to get one's hair wet in preparation for washing.
"Okay, I just snorbitaled, now where's the shampoo?"
από PacMan M. 29 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Snorbital

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.