When one wipes his/her anal crack with another individual's nose, thus riding someone's snot like a horse jockey.
This may either be a form of revenge or punishment, or a means of enhancing masturbation.
After Bob fell asleep, Charlie pulled down his pants and snot jockey'd the hell out of Bob's face.
από Matthew_c_s 1 Αύγουστος 2007

6 Words Related to Snot Jockey

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×