Top Definition
The male genitalia, penis, cock, prick, purple-headed-one-eyed-warrior, the little general, winkle.
"It was then that I saw the size of his snot sausage!"
από Snot_Sausage 10 Οκτώβριος 2006
5 Words related to Snot Sausage

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×