Top Definition
A mixture of beer (usually one to two of thirty stones) and fresh snow is poured into a funnel (beer bong). The snunneler then snunnels the mixture of snow and beer.
Yo did you see that! The snunneler just killed that snunnel.
από The Snunneler 20 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to Snunnel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.