Top Definition
Having suffered from being ignored and or deprived of contact.
Last night, that chick wouldn't talk to me. It was like she was wanting me to be snuphered.
#snuphered #suffered #suffering #snuffering #torture
από can0py 25 Ιούνιος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×