Top Definition
1. Noun;
- Naked man who bends over to grab soap in shower, when other naked man, pops up behind him, and begins willing buttrape. Commonly used as insult
1. //Listens to McCain debate- Oh my crap, man! That McCain guy's such a frickin' soap grabber!
από Lily Jorgan 1 Φεβρουάριος 2009
6 Words related to Soap Grabber

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.