Top Definition
Solamita -

A person who likes to wear bras inside out.
1. A teenager came across me and she was a solamita.
2. My friend likes to be a solamita.
3. Solamitas often take stroll through the park.
από UrbanHippee 4 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×