Top Definition
(n.) One who accomplishes nothing throughout the day other than sitting on the couch, eat food, sleep, and other such redundant activities.
από Dr.Claud Baulls 5 Ιούλιος 2010
The act of taking a "Shit on the Clock" when punched in and earning an hourly wage.
I was two hours into my produce shift at Wegmans when I took a 30 minute SOTCh.
από Harry Balczak 1 Νοέμβριος 2005
An unpleasant, strange, or unwanted foreign substance. Can also be used as a verb- Sotches, sotching, sotched.
Ewww. The dog got sotch all over the floor. or, Gross! Your penis sotched on me!
από GingerC 24 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.