Top Definition
spa-get-ah-ing, (v)

(1) the act of using the same piece of material at the same time after sex to cleanse your body parts. Named after the classical movie "Lady and the Tramp" when the two dogs are eating spaghetti and they come together to kiss.
We are so spaghetting right now. (after sex_)
από moeandmartin 24 Οκτώβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×