Top Definition
An absolute freak-out, for whatever reason. May be musically induced, anger-induced, or joy induced.
She had a spazzergasm after he kissed her! (i dunno...XD)

that band is so spazzergasmic!

after he found out she cheated, he spazzergazzed so hard!


από Meatmate 13 Απρίλιος 2009
5 Words related to Spazzergasm

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×