Top Definition
Speat is the verbally spoken equivalent of a tweet in which the speaker is limited to a certain amount of time or number of words to communicate their thoughts.
I am no longer exhausted by John's long winded explanations now that he has learned to speat.
από edenite 9 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Speat

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×