Top Definition
The anatomical area exclusive to males, which encompasses both the grundle and the kunder.
Goosebumps quickly covered John's specturm as Marjory began to tickle his kunder.
από gonelooting 8 Σεπτέμβριος 2005
2 Words related to Specturm

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×