Top Definition
Taking a shit (Also known as poop, poo, crap, #2 etc..) very fast. Faster than a normal shit.
Guy1: I gotta shit
Guy2: We're late, make it a speed shit
Guy1: I always speed shit!

Guy1 finishes shit in <5 minutes.
από Galea 30 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×