Top Definition
Something you stroke, read, bullshit, or throw.
I was playing with my Spielvogel one night after and intense study session in Tom's room.
από Brian Curran 19 Σεπτέμβριος 2006
5 Words related to Spielvogel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×