Top Definition
The act of buying a non-alcoholic drink, then sneakily popping in to a bathroom or alley to add alcohol.
We needed to smuggle liquor into the concert, so I bought some pepsi and pulled a spike and run.
από FOR-NARNIAAAAA 12 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to Spike and run

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×