Top Definition
Too blow one's load in a bitch's snatch with malicious intent, usually in order to fulfill a vendetta.
That nasty ho was such a cunt to my boy, so ima take one for the team, whip off the condom, and spike-fuck that fuckin twat.
από FuckinSnoahlax 23 Αύγουστος 2006
5 Words related to Spike-Fuck

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.