Top Definition
A small bag usually kept in ones pocket that serves as a reservoir for emergency and planned spitting.
John - "Oh man, I've got a lot of gunk in my throat and it's really pissing me off"

Derek - "Here John, spit it up into my spitbag"

*Derek hands spitbag to John*
από sleezecheeze 21 Νοέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.