Top Definition
(sploo gee en) Noun. A girl that loves the man juice.
That girl last night was a total sploogian. She drained me.
από mork from ork 29 Ιανουάριος 2009
5 Words related to Sploogian

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×