Top Definition
Being a very spoiled person and finding it necessary to be seen in social settings for drinking or showing off.
Connor was being a spoilefogibou, he brought his brand new computer to Caribou just to buy a $5 coffee, and later got drunk at Fog Cutter.
από Sasha Mazzucco 13 Ιούλιος 2008
6 Words related to Spoilefogibou

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.