Top Definition
1. N, A mix between spoiled and little shit. Usually associated teenagers.

2. Someone who over spends to compensate for lack of ability.

Synonyms: Brat, Lil'shit, Spoiled, Mammas Boy.
My freinds such a Spoililshit; his parents bought him an M3 after he crashed his Cobra.
από GuessWho 25 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×