Top Definition
The act of being spoiled. The act of expecting to be spoiled.
Discarding of 6 month old wardrobe, because you are bored and want to have new clothes, and expecting others will purchase them for you, which could be spoilsome.
#spolied #brat #diva #child #pampered.
από The Truth be dared. 24 Φεβρουάριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×