Top Definition
an interjection for when you or a particular part of yor body has grown a large amount, in a short amount of time.
Ron: DUDE. my hands grew like 3 sizes bigger in the past week
Alfanzo: whoahh SPURTACULAR!!
από VeronikaDaisyIsCrazy 1 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.