Top Definition
An incision crudely made from the corner of one's mouth to about mid cheek. Often forced upon someone who snitches in the mafia.
"That guy squealed to the police, so we gave him squealer scars."
από Lizardmana1122 26 Απρίλιος 2009
5 Words related to Squealer Scar

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.