Top Definition
Verb used when there is no other word to describe what someone did. Usually associated with messing up.

I squeedledorp, you squeedledorp, he/she/it squeedledorps.
You just squeedledorped and fell off the chair!
από Lucas Annunziata 28 Νοέμβριος 2005
5 Words related to Squeedledorp

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×