Verb; Passing gas in public, then quickly making one's way to the other side of the room to avoid blame and humiliation. Squeejamming, to squeejam.
After eating an immense broccoli and bean burrito at the food court, Biff found it necessary to "cut-and-run" through the mall for the rest of the evening. This is known as Squeejamming.
από nomorewirehangers 21 Ιούνιος 2007

5 Words Related to Squeejamming

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×