Top Definition
While in the act of performing cunnilingus, accidentally licking the female's asshole.
I was eating out Karen and I pulled a Squiblicky.
από C. H. M. 16 Φεβρουάριος 2006
5 Words related to Squiblicky

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×