Top Definition
The act of drilling a hole into somebody's head and literally fucking their brains out.
I so totally squickered her last night man!
από lostsoul666 9 Αύγουστος 2009
5 Words related to Squicker

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.