Top Definition
pronunciation: (skwil-der)

An orgasmic scream at the height of ecstasy launching out of a woman's mouth uncontrollably
i made her squilder

she squildered so loud my neighbors woke up

her squilder made me laugh
από Johnny Eberto 3 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×