Top Definition
The attempt to mask horrible body oder with large amounts of cologne or purfume.
Dude, looks like Big Papa's got his "Srifume" on again trying to cover up the smell of his nasty swass!
από Brohammer 11 Μάρτιος 2008
5 Words related to Srifume

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.