Top Definition
to be beat down, have your ass kicked in a Royal way.
That guy come into the bar and that big fucker Stapified his ass.
από jabrelong 30 Ιούνιος 2009
5 Words related to Stapified

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.