Top Definition
Completely unwavering; resolute in decision or conviction; unbreakable
The steadfast love of the Lord is everlasting.
από Little Dade 14 Οκτώβριος 2006
1 more definition
Most sick to any degree or magnitude.
Dude, your dual processor is steadfast!
από Eddie 21 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×