Top Definition
The "stoma" is a surgically created opening in the abdomen, usually for the purpose attaching a colostomy pouch. A "stoma fucker" is someone desperate, or depraved enough to fuck this hole.
That guy's a stoma fucker, he'd fuck anything with a hole
από drivelous 29 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×