Top Definition
The act of penetrating a breathing Stoma.
Garrett loves inviting Kevin over for some hot Stomacourse.
από TheRealBohemian 4 Νοέμβριος 2013
1 more definition
The act of penis insertion into any form of a stoma. Intercourse with a stoma.
We had a few drinks with dinner and when we got home, I tore off her colostomy bag and we had the best stomacourse ever!
από The Colon Cowboy 22 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×