Top Definition
A term with a purposefully ambiguous meaning, used to describe a sexual act of one's choosing while leaving the exact meaning of your phrase a mystery. Can also be a noun.
Elaine: So, did you stooph that girl or what?
Tony: Yeah I stoophed her face then she stoophed my stooph stoophily.
Sophia: What?
από dominoz56 1 Οκτώβριος 2007
5 Words related to Stooph

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.