Top Definition
Pronounced (STOPS-im-flop-in).

The German word for a bra.

This is a masculin noun (Der Stoppsemfloppin).
Sie Brauchen einen Stoppsemfloppin; Jeder starrt.
από Mit Long 12 Φεβρουάριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×