Top Definition
To be strange, odd, or unusual. Usually used to describe someone who is just not right. Similar to the expression odd bird.
Boy wearing chain mail and running through campus quad while everyone else is walking normally.

Onlooker: "That guy is one strange flavored chicken."
από Sujorkin 17 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to Strange Flavored Chicken

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.